Πώς μιλάμε στο παιδί για τη διάγνωση χωρίς φόβο και ταμπέλες
Καλιακούδα Χριστίνα – Ψυχολόγος
Η ανακοίνωση μιας διάγνωσης σε ένα παιδί αποτελεί μια κρίσιμη στιγμή, τόσο για το ίδιο, όσο και για το οικογενειακό του περιβάλλον. Η κατάλληλη παρουσίαση μιας διάγνωσης εστιάζει στην ευθύτητα, την απλότητα, την ειλικρίνεια, τα θετικά μηνύματα και λειτουργεί προστατευτικά για την ψυχική υγεία του παιδιού. Αντίθετως, η αποφυγή, η απόκρυψη ή η λανθασμένη διαχείρισή της ενδέχεται να ενισχύσει το άγχος, την εσωτερική σύγχυση και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση ενός παιδιού.
Όταν μια διάγνωση επικοινωνείται με σωστό τρόπο, δεν λειτουργεί ως ταμπέλα, αλλά ως πλαίσιο κατανόησης και παρέμβασης για τη μέγιστη λειτουργικότητα του παιδιού.
Η σημασία της ενημέρωσης και της ανοιχτής επικοινωνίας με το παιδί
Πολλοί γονείς καλούνται να επικοινωνήσουν σε ένα παιδί τη διάγνωση του, και αυτή η στιγμή συνήθως διέπεται από άγχος, ανησυχία και φόβο. Οι γονείς αναρωτιούνται αν θα πληγώσουν τα συναισθήματα του παιδιού, αν θα το στοχοποιήσουν ή αν αισθανθεί μειονεκτικά και διαφορετικό. Η διάγνωση αυτή καθ’ αυτή δεν τραυματίζει συναισθηματικά ένα παιδί, εφόσον γίνει με τον κατάλληλο τρόπο και εφόσον το παιδί δεχτεί ολόπλευρη υποστήριξη, αποδοχή και καθοδήγηση.
Αποτελεί συχνό φαινόμενο των παιδιών με αναπτυξιακές ή μαθησιακές δυσκολίες, τα ίδια να παρατηρούν και να αντιλαμβάνονται τις δυσκολίες αυτές και τη διαφορετικότητα τους, πριν δοθούν εξηγήσεις από κάποιον ενήλικα (Hattie, 2009). Όταν τα παιδιά δεν λαμβάνουν σαφή και κατανοητή πληροφόρηση, έχουν την τάση να εμφανίζουν αυξημένο στρες και να αποδίδουν τις δυσκολίες και την αποτυχία σε προσωπική ανεπάρκεια, κατηγορώντας συχνά τον εαυτό τους. Η σωστή ενημέρωση και η ψυχοεκπαίδευση του παιδιού νοηματοδοτεί την εμπειρία τους και μειώνει τα επίπεδα του άγχους. Συμπερασματικά, ενισχύεται η θετική αντίληψη του εαυτού, η αίσθηση προσωπικού ελέγχου, καθώς και η συνεργασία στο θεραπευτικό πλαίσιο (Taylor & Alden, 2017).
Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή;
Δεν υπάρχει κάποια καθολική ηλικία όπου προτείνεται να γίνεται η ενημέρωση για μια διάγνωση. Ωστόσο, υπάρχουν βασικές αρχές που οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη. Ένας παράγοντας είναι το αναπτυξιακό και γνωστικό επίπεδο του παιδιού, καθώς και η συναισθηματική του ωριμότητα. Επιπλέον, όσο μικρότερη είναι η ηλικία του παιδιού, τόσο πιο απλή, περιγραφική και λειτουργική γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιείται, ώστε να γίνει κατανοητή, ενώ οι έφηβοι μπορούν να εισαχθούν σε πιο επιστημονική και διαγνωστική ορολογία.
Μια άλλη κατάλληλη στιγμή θεωρείται όταν το παιδί ξεκινάει να κάνει σχετικές ερωτήσεις και να εκφράζει ανησυχίες ή απορίες. Επίσης, όταν ένα παιδί μπαίνει σε πρόγραμμα συστηματικών θεραπειών και ειδικής εκπαιδευτικής υποστήριξης. Η συζήτηση, δε γίνεται μόνο μια φορά, αλλά είναι μια συνεχής διαδικασία, η οποία εξελίσσεται μαζί με την ανάπτυξη του παιδιού.
Πώς μιλάμε για τη διάγνωση χωρίς ταμπέλες
Χρησιμοποιούμε γλώσσα κατανοητή στο παιδί
Η επικοινωνία της διάγνωσης οφείλει να είναι ένα πλαίσιο αμοιβαίας κατανόησης και συζήτησης με το παιδί με απλή και σαφή γλώσσα. Αντί να πείτε: «Έχεις δυσλεξία», μπορείτε να πείτε: «Το μυαλό σου δουλεύει λίγο διαφορετικά. Αυτό σημαίνει ότι μαθαίνεις καλύτερα, με άλλους τρόπους. Μερικές φορές τα γράμματα και οι λέξεις σε δυσκολεύουν και μπερδεύονται μεταξύ τους, αλλά είσαι το ίδιο έξυπνος/έξυπνη και έχεις πολλά δυνατά σημεία.»
Κάνουμε διαχώριση του παιδιού από τη διάγνωση
Αποφεύγουμε να ταυτίσουμε το παιδί με τη διάγνωση, και να του βάλουμε «ταμπέλα». Μπορούμε να γίνουμε συγκεκριμένοι αναφέροντας πως το παιδί παρουσιάζει μια δυσκολία που επηρεάζεται κάποιον τομέα. Η θεωρία της αυτοαντίληψης υποστηρίζει ότι όταν γίνεται η ενσωμάτωση της διάγνωσης με την ταυτότητα και την προσωπικότητα («είμαι αυτιστικός»), αυξάνεται ο κίνδυνος αρνητικής αυτοεκπληρούμενης προφητείας (Bandura, 1997).
Με άλλα λόγια, όταν ένα παιδί πιστέψει πως μια διάγνωση το καθορίζει και λειτουργεί περιοριστικά, αρχίζει ασυνείδητα να συμπεριφέρεται σαν να μην μπορεί να καταφέρει κάτι, και τελικά αυτό επιβεβαιώνεται. Επομένως, το παιδί βιώνει έντονη ματαίωση, μειώνεται η προσπάθεια και η αυτοπεποίθηση του, τα παρατάει πιο εύκολα ή δεν θέλει να προσπαθήσει καν, και οι προσδοκίες ελαχιστοποιούνται. Το παιδί δεν αποδίδει στο μέγιστο, όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή πιστεύει πως δεν μπορεί.
Παράδειγμα:
Ένα παιδί ακούει συνεχώς «έχεις ΔΕΠΥ, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος λεπτό»
→ αρχίζει να πιστεύει ότι «δεν μπορώ»
→ αποφεύγει να προσπαθήσει
→ δυσκολεύεται όλο και περισσότερο
→ «επιβεβαιώνεται» η πρόβλεψη
Αναγνωρίζουμε και τις δυσκολίες αλλά και τα δυνατά σημεία
Ως γονείς και επαγγελματίες οφείλουμε να ισορροπούμε τις δυσκολίες με τα δυνατά σημεία του παιδιού. Η συζήτηση δεν πρέπει να έχει ως βάση το τι «δεν πάει καλά» με το παιδί, αλλά πρέπει και να αναδεικνύει τις δεξιότητες και τα ενδιαφέροντα του, ενισχύοντας έτσι τη διαμόρφωση μιας πιο λειτουργικής αυτοεικόνας. Η κατανόηση των προκλήσεων, η ανάδειξη των ικανοτήτων, αλλά και η αναγνώριση των δυνατών σημείων ενός παιδιού λειτουργεί προστατευτικά, αναφορικά με την αυτοπεποίθηση, τη διαμόρφωση μιας πιο ολοκληρωμένης και θετικής εικόνας εαυτού, αλλά και το εσωτερικό κίνητρο (Seligman, 2011).
Αφήνουμε χώρο για ερωτήσεις και συναισθήματα
Αφού γίνει η ενημέρωση και δοθούν οι βασικές πληροφορίες, κρίνεται απαραίτητο να δημιουργηθεί χώρος, ώστε να εκφραστούν οι σκέψεις, τα ερωτήματα και τα συναισθήματα του παιδιού. Η αντίδραση του κάθε παιδιού στη συγκεκριμένη συζήτηση ποικίλλει. Ένα παιδί μπορεί να αντιδράσει άμεσα, να θυμώσει, να αγχωθεί, να στεναχωρηθεί, ή να μην αντιδράσει καθόλου εκείνη την στιγμή, δείχνοντας αδιαφορία.
Κάποια παιδιά έρχονται αργότερα με ερωτήσεις και είναι σημαντικό να αισθάνονται ένα ασφαλές περιβάλλον, ώστε να διατυπώσουν τις απορίες τους και να ενημερωθούν περαιτέρω. Σε περίπτωση που προκύψουν συναισθήματα όπως φόβος, ανησυχία, άγχος κλπ, ο γονέας οφείλει να τα αποδεχτεί χωρίς να προσπαθήσει να τα «διορθώσει». Είναι σημαντικό οι γονείς να περάσουν το μήνυμα στο παιδί, πως μπορεί να τους ρωτήσει όποτε θέλει και εκείνοι θα είναι διαθέσιμοι να το ακούσουν και να το στηρίξουν συναισθηματικά.
Ο ρόλος του επαγγελματία ψυχικής υγείας
Ένας ψυχολόγος ή επαγγελματίας ειδικής αγωγής λειτουργεί σταθερά ως υποστηρικτικός παράγοντας τόσο για το ίδιο το παιδί, όσο και για την οικογένειά του. Ένας ψυχολόγος μπορεί να δώσει τη σωστή κατεύθυνση, να συμβουλέψει και να καθοδηγήσει τους γονείς για τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να ενημερώσουν το παιδί. Επιπλέον, μπορεί να γίνει ψυχοεκπαίδευση από τον ίδιο και να πλαισιώσει και να στηρίξει συναισθηματικά το παιδί μετά την ανακοίνωση της διάγνωσης.
Μέσω της αξιολόγησης εκτιμά την γνωστική και συναισθηματική ετοιμότητα του παιδιού, συνυπολογίζοντας το αναπτυξιακό του επίπεδο και το πλαίσιο της οικογένειας. Έτσι, δημιουργείται ένας χώρος ασφάλειας για το παιδί, στο οποίο μπορούν να εκφραστούν απορίες και να αποφευχθεί η σύγχυση. Επιπλέον, σημαντική είναι η συμβουλευτική υποστήριξη προς τους γονείς ή τους φροντιστές, ώστε να διαχειριστούν αποτελεσματικά το παιδί, τα δικά τους συναισθήματα αλλά και να ανταπεξέλθουν στην καθημερινότητα που ακολουθεί.
Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να κρατήσουμε πως η επικοινωνία της διάγνωσης δεν αποτελεί «ταμπέλα», αλλά ένα εργαλείο κατανόησης, υποστήριξης και ειλικρίνειας. Με την κατάλληλη επικοινωνία μειώνονται τα επίπεδα άγχους, ενισχύεται η αυτογνωσία και η αποδοχή, προάγεται η συνεργασία με το θεραπευτικό πλαίσιο και τέλος προστατεύεται η ψυχική ανθεκτικότητα του παιδιού.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. W.H. Freeman.
- Hattie, J. (2009). Visible learning. Routledge.
- Seligman, M. E. P. (2011). Flourish. Free Press.
- Taylor, J. L., & Alden, E. (2017). Psychological adjustment to diagnosis in childhood. Journal of Child Psychology.